Μια μικρή κατάχρηση αυτής της μορφής. Η καλλιτεχνική μου ελευθερία.
Ένα ελάχιστο απόσπασμα αυτής της ομιλίας κυκλοφορούσε κάπου στο Facebook ή στο Instagram. Έψαξα και βρήκα το κείμενο ελεύθερα προσβάσιμο σε PDF. Όπως πιθανότατα οι περισσότεροι άνθρωποι, διαβάζω πια τα περισσότερα πράγματα στο κινητό. Η μορφή PDF είναι γι’ αυτό ήδη σωστό μαρτύριο. Και το ίδιο το κείμενο, βέβαια, επίσης. Λόγω του μήκους του. Της γλώσσας του. Των λέξεων που εν μέρει δεν χρησιμοποιούνται πια σήμερα. Αλλά και λόγω των απαιτήσεων που κρύβονται στις διατυπώσεις και στις ενίοτε έντονα δαιδαλώδεις προτάσεις. Σήμερα δεν γράφουμε ούτε μιλάμε έτσι. Ίσως να φταίει και το ότι έχουμε γίνει όλοι πιο ανόητοι.
Γιατί αυτό το κείμενο; Με άγγιξε με πολλούς τρόπους. Η ομορφιά της γλώσσας και η αισθητική του λόγου. Η ποικιλία των όψεων αυτού του θέματος. Πολλά πράγματα που σήμερα δεν θα επιτρεπόταν ή δεν θα μπορούσε κανείς να γράψει έτσι. Και που ακριβώς γι’ αυτό μεταφέρουν και ιστορία. Και τέλος οι καταληκτικές του σκέψεις για τα νοήματα. Γιατί αυτά είναι και δικό μου θέμα.
Δεν έχω ιδέα πώς διαβάζεται το κείμενο σε άλλες γλώσσες... κι αυτό είναι ένα πείραμα.
Κυρίες και κύριοι!
Όποιος αποτολμά σήμερα να μιλήσει για τη βλακεία διατρέχει τον κίνδυνο να υποστεί βλάβη με πολλούς τρόπους· μπορεί να του καταλογιστεί ως αλαζονεία, μπορεί ακόμη και να του καταλογιστεί ως διατάραξη της σύγχρονης εξέλιξης. Ο ίδιος έγραψα ήδη πριν από αρκετά χρόνια: »Αν η βλακεία δεν έμοιαζε σε σημείο σύγχυσης με την πρόοδο, το ταλέντο, την ελπίδα ή τη βελτίωση, κανείς δεν θα ήθελε να είναι βλάκας.«
Αυτό ήταν το 1931· και κανείς δεν θα τολμήσει να αμφιβάλει ότι έκτοτε ο κόσμος γνώρισε κι άλλη πρόοδο και βελτιώσεις! Έτσι το ερώτημα αποκτά βαθμιαία μια ορισμένη αδυναμία περαιτέρω αναβολής: Τι είναι, στ’ αλήθεια, η βλακεία;
Δεν θα ήθελα επίσης να παραβλέψω ότι, ως ποιητής, γνωρίζω τη βλακεία από ακόμη παλαιότερα· θα μπορούσα μάλιστα να πω πως κάμποσες φορές είχα μαζί της συναδελφικές σχέσεις! Και μόλις ένας άνθρωπος ανοίξει τα μάτια του μέσα στην ποίηση, βρίσκεται επιπλέον αντιμέτωπος με μια σχεδόν απερίγραπτη αντίσταση, που μοιάζει ικανή να πάρει κάθε μορφή:
είτε προσωπική, όπως η αξιοπρεπής μορφή ενός καθηγητή της ιστορίας της λογοτεχνίας, ο οποίος, συνηθισμένος να στοχεύει σε ανεξέλεγκτες αποστάσεις, αστοχεί ολέθρια στο παρόν·
είτε αέρινα γενική, όπως η μετατροπή της κριτικής κρίσης σε εμπορική, από τότε που ο Θεός, μέσα στην καλοσύνη Του που μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε, χάρισε την ανθρώπινη γλώσσα και στους παραγωγούς ομιλουσών ταινιών.
Έχω περιγράψει παλαιότερα, τη μια ή την άλλη φορά, περισσότερα τέτοια φαινόμενα· δεν χρειάζεται όμως να το επαναλάβω ή να το συμπληρώσω (και προφανώς θα ήταν μάλιστα αδύνατο, αν αναλογιστεί κανείς την τάση προς το μεγαλειώδες που έχουν σήμερα τα πάντα): αρκεί να τονιστεί ως βέβαιο συμπέρασμα ότι η αντικαλλιτεχνική συγκρότηση ενός λαού δεν εκδηλώνεται μόνο σε κακούς καιρούς και με βάναυσο τρόπο, αλλά ήδη και σε καλούς καιρούς και με κάθε τρόπο, έτσι ώστε η καταπίεση και η απαγόρευση να διαφέρουν μόνο κατά βαθμό από τα επίτιμα διδακτορικά, τους ακαδημαϊκούς διορισμούς και τις απονομές βραβείων.
Πάντοτε υποπτευόμουν ότι αυτή η πολύμορφη αντίσταση ενός λαού που καυχιέται για την αγάπη του προς την τέχνη απέναντι στην τέχνη και στο λεπτότερο πνεύμα δεν είναι παρά βλακεία, ίσως ένα ιδιαίτερο είδος της, μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και ίσως επίσης συναισθηματική βλακεία· ότι πάντως εκδηλώνεται έτσι ώστε αυτό που αποκαλούμε καλλιπνευματισμό να είναι συγχρόνως και καλλιβλακεία· και ούτε σήμερα βλέπω πολλούς λόγους για να εγκαταλείψω αυτή την άποψη.
Βέβαια, δεν μπορούν να φορτωθούν όλα στη βλακεία όσα παραμορφώνουν μια τόσο ολόκληρα ανθρώπινη υπόθεση όπως η τέχνη· όπως μας δίδαξαν ιδίως οι εμπειρίες των τελευταίων ετών, πρέπει να μείνει χώρος και για τα διάφορα είδη έλλειψης χαρακτήρα.
Δεν θα έπρεπε όμως να προβληθεί η ένσταση ότι η έννοια της βλακείας δεν έχει θέση εδώ, επειδή αφορά τη νόηση και όχι τα συναισθήματα, ενώ η τέχνη εξαρτάται από αυτά.
Αυτό θα ήταν πλάνη.
Ακόμη και η αισθητική απόλαυση είναι κρίση και συναίσθημα. Και σας ζητώ να μου επιτρέψετε να προσθέσω σε αυτή τη μεγάλη διατύπωση, που δανείστηκα από τον Καντ, όχι μόνο την υπενθύμιση ότι ο Καντ μιλά για αισθητική δύναμη κρίσης και για κρίση του γούστου, αλλά και να επαναλάβω αμέσως τις αντινομίες στις οποίες οδηγεί:
Θέση: Η κρίση του γούστου δεν θεμελιώνεται σε έννοιες, διότι διαφορετικά θα μπορούσε να γίνει γι’ αυτήν συζήτηση με αποδείξεις (να κριθεί μέσω απόδειξης).
Αντίθεση: Θεμελιώνεται σε έννοιες, διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσε καν να γίνει γι’ αυτήν διαφωνία (να επιδιωχθεί μια συμφωνία).
Και τώρα θα ήθελα να ρωτήσω αν μια παρόμοια κρίση, με παρόμοια αντινομία, δεν θεμελιώνει επίσης την πολιτική και τη σύγχυση της ζωής εν γένει; Και δεν επιτρέπεται, εκεί όπου κατοικούν η κρίση και η λογική, να περιμένουμε και τις αδελφές και αδελφούλες τους, τους διάφορους τρόπους της βλακείας;
Τόσα για τη σημασία της. Ο Έρασμος του Ρότερνταμ έγραψε στο απολαυστικό και ακόμη ανεξάντλητο σήμερα »Εγκώμιο της Μωρίας« ότι χωρίς ορισμένες ανοησίες ο άνθρωπος δεν θα ερχόταν καν στον κόσμο!
*
Πολλοί άνθρωποι φανερώνουν ένα αίσθημα για την εξίσου ντροπιαστική και τρομερή κυριαρχία της βλακείας επάνω μας, όταν δείχνουν φιλικά και συνωμοτικά έκπληκτοι μόλις ακούσουν ότι κάποιος που εμπιστεύονται σκοπεύει να εξορκίσει αυτό το τέρας κατονομάζοντάς το.
Αυτή την εμπειρία δεν μπόρεσα να την κάνω μόνο στην αρχή επάνω στον εαυτό μου, αλλά σύντομα γνώρισα και την ιστορική της ισχύ, όταν, αναζητώντας προδρόμους στην ενασχόληση με τη βλακεία – από τους οποίους περιέργως ελάχιστοι έγιναν γνωστοί σε μένα· οι σοφοί όμως φαίνεται πως προτιμούν να γράφουν για τη σοφία! –, ένας λόγιος φίλος μού έστειλε το τυπωμένο κείμενο μιας διάλεξης που είχε δοθεί το 1866 και είχε συγγραφέα τον Joh. Ed. Erdmann, μαθητή του Χέγκελ και καθηγητή στη Χάλε.
Αυτή η διάλεξη, που τιτλοφορείται »Περί βλακείας«, αρχίζει αμέσως με το ότι ήδη η αναγγελία της είχε γίνει δεκτή με γέλια· και από τότε που γνωρίζω ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί ακόμη και σε έναν εγελιανό, είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο σε μια τέτοια στάση των ανθρώπων απέναντι σε όσους θέλουν να μιλήσουν για τη βλακεία, και αισθάνομαι πολύ αβέβαιος μέσα στην πεποίθηση ότι έχω προκαλέσει μια πανίσχυρη και βαθιά διχασμένη ψυχολογική δύναμη.
Γι’ αυτό προτιμώ να ομολογήσω αμέσως την αδυναμία μου απέναντί της: δεν ξέρω τι είναι. Δεν ανακάλυψα καμιά θεωρία της βλακείας με τη βοήθεια της οποίας θα μπορούσα να αποτολμήσω να σώσω τον κόσμο· μάλιστα, ούτε καν μέσα στα όρια της επιστημονικής επιφυλακτικότητας δεν βρήκα μια έρευνα που να την έχει κάνει αντικείμενό της, ούτε έστω μια συμφωνία που, καλώς ή κακώς, να είχε προκύψει ως προς την έννοιά της κατά την εξέταση συγγενικών πραγμάτων. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην άγνοιά μου, αλλά πιθανότερο είναι ότι το ερώτημα »Τι είναι η βλακεία;« ανταποκρίνεται στις σημερινές συνήθειες της σκέψης τόσο λίγο όσο τα ερωτήματα τι είναι η καλοσύνη, η ομορφιά ή ο ηλεκτρισμός.
Κι όμως, η επιθυμία να σχηματίσει κανείς αυτή την έννοια και να απαντήσει όσο πιο νηφάλια γίνεται σε ένα τέτοιο προκαταρκτικό ερώτημα όλης της ζωής δεν στερείται διόλου γοητείας· κι έτσι κι εγώ μια μέρα υπέκυψα στο ερώτημα τι είναι »πραγματικά« η βλακεία, και όχι πώς παρελαύνει, κάτι που θα ήταν πολύ περισσότερο επαγγελματικό μου καθήκον και δεξιότητα να περιγράψω. Και επειδή ούτε ήθελα να βοηθήσω τον εαυτό μου ποιητικά ούτε μπορούσα να το κάνω επιστημονικά, το δοκίμασα με τον αφελέστερο τρόπο, όπως πάντοτε προσφέρεται αυθόρμητα σε τέτοιες περιπτώσεις: ακολούθησα απλώς τη χρήση της λέξης βλάκας και της οικογένειάς της, αναζήτησα τα συνηθέστερα παραδείγματα και προσπάθησα να συνδέσω μεταξύ τους όσα σημείωνα κάθε φορά.
Μια τέτοια μέθοδος έχει δυστυχώς πάντοτε κάτι από κυνήγι της πιερίδας του λάχανου: εκείνο που νομίζουμε ότι παρατηρούμε το ακολουθούμε βέβαια για λίγο χωρίς να το χάσουμε, αλλά επειδή από άλλες κατευθύνσεις καταφθάνουν, σε ολόιδιες τεθλασμένες διαδρομές, και άλλες, πολύ όμοιες πεταλούδες, σύντομα δεν ξέρουμε πια αν κυνηγούμε ακόμη την ίδια. Έτσι και τα παραδείγματα από την οικογένεια της βλακείας δεν θα επιτρέπουν πάντοτε να διακρίνουμε αν εξακολουθούν να συνδέονται πραγματικά από την καταγωγή τους ή αν απλώς εξωτερικά και άθελά τους οδηγούν την παρατήρηση από το ένα στο άλλο· και δεν θα είναι καθόλου εύκολο να τα βάλουμε κάτω από ένα καπέλο για το οποίο να μπορεί να ειπωθεί ότι ανήκει πράγματι σε έναν βλάκα.
*
Υπό τέτοιες συνθήκες είναι σχεδόν αδιάφορο πώς αρχίζει κανείς, ας αρχίσουμε λοιπόν κάπως: ίσως καλύτερα αμέσως από την αρχική δυσκολία ότι καθένας που θέλει να μιλήσει για τη βλακεία ή να παρακολουθήσει επωφελώς μια τέτοια συζήτηση πρέπει να προϋποθέτει για τον εαυτό του ότι δεν είναι βλάκας· και επομένως επιδεικνύει ότι θεωρεί τον εαυτό του έξυπνο, παρόλο που γενικά θεωρείται σημάδι βλακείας να κάνει κανείς ακριβώς αυτό!
Αν εξετάσουμε τώρα το ερώτημα γιατί θεωρείται βλακώδες να επιδεικνύει κανείς ότι είναι έξυπνος, προβάλλει αρχικά μια απάντηση που μοιάζει να φέρει επάνω της τη σκόνη της οικοσκευής των προπατόρων: ότι είναι φρονιμότερο να μη δείχνεται κανείς έξυπνος. Είναι πιθανό αυτή η βαθιά δύσπιστη προφύλαξη, που σήμερα εκ πρώτης όψεως δεν είναι πια καθόλου κατανοητή, να προέρχεται ακόμη από συνθήκες όπου για τον ασθενέστερο ήταν πραγματικά εξυπνότερο να μη θεωρείται έξυπνος: η εξυπνάδα του μπορούσε να απειλήσει τη ζωή του ισχυρού! Η βλακεία, αντίθετα, αποκοιμίζει τη δυσπιστία· »αφοπλίζει«, όπως λέγεται ακόμη και σήμερα.
Ίχνη μιας τέτοιας παλιάς πονηριάς και βλακοπανουργίας βρίσκονται πράγματι ακόμη σε σχέσεις εξάρτησης, όπου οι δυνάμεις είναι τόσο άνισα κατανεμημένες ώστε ο ασθενέστερος αναζητεί τη σωτηρία του παριστάνοντας τον πιο βλάκα απ’ όσο είναι· εμφανίζονται, λόγου χάρη, ως η λεγόμενη χωριάτικη πονηριά, κατόπιν στις σχέσεις των υπηρετών με τα αφεντικά που έχουν διαρκώς τη μόρφωση στη γλώσσα τους, στη σχέση του στρατιώτη με τον ανώτερο, του μαθητή με τον δάσκαλο και του παιδιού με τους γονείς. Εκείνον που έχει την εξουσία τον ερεθίζει λιγότερο όταν ο αδύναμος δεν μπορεί παρά όταν δεν θέλει. Η βλακεία μάλιστα τον »φέρνει σε απόγνωση«, δηλαδή καταφανώς σε μια κατάσταση αδυναμίας!
Με αυτό συμφωνεί άριστα το ότι η εξυπνάδα εύκολα τον »εξοργίζει«! Βέβαια εκτιμάται στον υποτελή, αλλά μόνο όσο συνδέεται με άνευ όρων αφοσίωση. Τη στιγμή που της λείπει αυτό το πιστοποιητικό καλής διαγωγής και γίνεται αβέβαιο αν υπηρετεί το συμφέρον του κυρίαρχου, αποκαλείται λιγότερο συχνά εξυπνάδα και συχνότερα αδιακρισία, θράσος ή δολιότητα· και συχνά δημιουργείται μια σχέση σαν να προσβάλλει τουλάχιστον την τιμή και το κύρος του κυρίαρχου, ακόμη κι αν δεν απειλεί πραγματικά την ασφάλειά του.
Στην αγωγή αυτό εκφράζεται με το ότι ένας στασιαστικός, προικισμένος μαθητής αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα από έναν που αντιστέκεται από αμβλύτητα. Στην ηθική οδήγησε στην αντίληψη ότι μια θέληση πρέπει να είναι τόσο πιο κακή όσο καλύτερη είναι η γνώση ενάντια στην οποία ενεργεί.
Ακόμη και η δικαιοσύνη δεν έμεινε εντελώς ανεπηρέαστη από αυτή την προσωπική προκατάληψη και συνήθως κρίνει την έξυπνη εκτέλεση ενός εγκλήματος με ιδιαίτερη δυσμένεια ως »ραφιναρισμένη« και »αναίσθητη«.
Κι από την πολιτική ας πάρει ο καθένας τα παραδείγματα όπου τα βρίσκει.
Αλλά και η βλακεία – έτσι θα πρέπει μάλλον να αντιταχθεί εδώ – μπορεί να ερεθίζει και δεν κατευνάζει καθόλου υπό όλες τις συνθήκες.
Για να το πούμε σύντομα, συνήθως προκαλεί ανυπομονησία, σε ασυνήθιστες περιπτώσεις όμως και σκληρότητα· και οι αποκρουστικές υπερβολές αυτής της νοσηρής σκληρότητας, που κοινώς χαρακτηρίζονται σαδισμός, αρκετά συχνά παρουσιάζουν ανόητους ανθρώπους στον ρόλο του θύματος.
Προφανώς αυτό προέρχεται από το ότι πέφτουν ευκολότερα από άλλους λεία του σκληρού· φαίνεται όμως να συνδέεται και με το ότι η από κάθε πλευρά αισθητή αδυναμία τους να αντισταθούν εξαγριώνει τη φαντασία όπως η μυρωδιά του αίματος το κυνηγετικό πάθος και τη δελεάζει σε μια ερημιά όπου η σκληρότητα »πηγαίνει πολύ μακριά« σχεδόν μόνο επειδή δεν συναντά πια πουθενά όριο.
Αυτό είναι ένα γνώρισμα οδύνης μέσα στον ίδιο τον πρόξενο της οδύνης, μια αδυναμία ενσωματωμένη στην ωμότητά του· και μολονότι η προνομιακή αγανάκτηση της προσβεβλημένης συμπόνιας σπάνια αφήνει να το προσέξουμε, χρειάζονται ωστόσο και για τη σκληρότητα, όπως και για την αγάπη, δύο που ταιριάζουν μεταξύ τους! Θα ήταν βέβαια αρκετά σημαντικό να το πραγματευτούμε σε μια ανθρωπότητα που βασανίζεται τόσο πολύ από τη »δειλή σκληρότητά της απέναντι στους ασθενέστερους« (και έτσι ακριβώς διατυπώνεται μάλλον και ο συνηθέστερος ορισμός του σαδισμού) όσο η σημερινή· αλλά σε σχέση με την κύρια γραμμή της συνάφειας που παρακολουθούμε και κατά την πρόχειρη συλλογή των πρώτων παραδειγμάτων, ακόμη κι όσα ειπώθηκαν γι’ αυτό πρέπει μάλλον να θεωρηθούν παρέκβαση, και συνολικά δεν μπορούμε να κερδίσουμε απ’ αυτά τίποτε περισσότερο από το ότι μπορεί να είναι βλακώδες να επαινεί κανείς τον εαυτό του ως έξυπνο, αλλά επίσης δεν είναι πάντα έξυπνο να δημιουργεί τη φήμη της βλακείας.
Τίποτε δεν μπορεί να γενικευτεί από αυτό· ή η μόνη γενίκευση που θα επιτρεπόταν ήδη εδώ θα έπρεπε να είναι ότι το εξυπνότερο είναι να γίνεται κανείς όσο το δυνατόν λιγότερο αντιληπτός σε αυτόν τον κόσμο! Και πράγματι αυτή η τελική γραμμή κάτω από κάθε σοφία δεν τραβήχτηκε διόλου σπάνια.
Ακόμη συχνότερα όμως χρησιμοποιείται αυτό το μισάνθρωπο συμπέρασμα μόνο κατά το ήμισυ ή μονάχα συμβολικά και αντιπροσωπευτικά, και τότε εισάγει τη σκέψη στον κύκλο των επιταγών της σεμνότητας και ακόμη ευρύτερων επιταγών, χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει εντελώς την περιοχή της βλακείας και της εξυπνάδας.
Τόσο από φόβο μήπως φανούν ανόητοι όσο και από φόβο μήπως παραβιάσουν την ευπρέπεια, πολλοί άνθρωποι θεωρούν βέβαια τον εαυτό τους έξυπνο, αλλά δεν το λένε. Κι αν παρ’ όλα αυτά αισθανθούν αναγκασμένοι να μιλήσουν γι’ αυτό, το περιγράφουν έμμεσα, λέγοντας για παράδειγμα για τον εαυτό τους: »Δεν είμαι πιο βλάκας από τους άλλους.«
Ακόμη πιο δημοφιλές είναι να διατυπώνεται όσο γίνεται πιο αμέτοχα και αντικειμενικά η παρατήρηση: »Μπορώ ίσως να πω για τον εαυτό μου ότι διαθέτω φυσιολογική νοημοσύνη.« Και μερικές φορές η πεποίθηση για την προσωπική εξυπνάδα εμφανίζεται κι από την πίσω πόρτα, όπως στη φράση: »Δεν αφήνω κανέναν να με κάνει βλάκα!«
Τόσο πιο αξιοσημείωτο είναι ότι όχι μόνο ο κρυφός μεμονωμένος άνθρωπος θεωρεί στις σκέψεις του τον εαυτό του εξαιρετικά έξυπνο και προικισμένο, αλλά και ο άνθρωπος που δρα ιστορικά, μόλις έχει την εξουσία να το κάνει, λέει ή βάζει να πουν γι’ αυτόν ότι είναι υπέρμετρα έξυπνος, φωτισμένος, άξιος, υψηλός, φιλεύσπλαχνος, εκλεκτός του Θεού και προορισμένος για την ιστορία.
Ναι, το λέει πρόθυμα και για κάποιον άλλον, από την αντανάκλαση του οποίου αισθάνεται φωτισμένος. Αυτό έχει απολιθωθεί σε τίτλους και προσφωνήσεις όπως Μεγαλειότης, Σεβασμιότης, Εξοχότης, Μεγαλοπρέπεια, Χάρις και παρόμοια, και σχεδόν δεν εμψυχώνεται πια από τη συνείδηση· εμφανίζεται όμως αμέσως ξανά με πλήρη ζωτικότητα όταν ο άνθρωπος σήμερα μιλά ως μάζα.
Ιδίως μια ορισμένη κατώτερη μεσαία τάξη του πνεύματος και της ψυχής είναι εντελώς αναίσχυντη απέναντι στην ανάγκη υπεροψίας, μόλις εμφανίζεται υπό την προστασία ενός κόμματος, ενός έθνους, μιας αίρεσης ή μιας καλλιτεχνικής κατεύθυνσης και μπορεί να λέει Εμείς αντί για Εγώ.
Με μια επιφύλαξη που εννοείται από μόνη της και μπορεί να παραμεριστεί, αυτή η υπεροψία μπορεί να αποκληθεί και ματαιοδοξία· και πράγματι η ψυχή πολλών λαών και κρατών κυριαρχείται σήμερα από συναισθήματα, ανάμεσα στα οποία η ματαιοδοξία κατέχει αναμφισβήτητα μία από τις πρώτες θέσεις. Ανάμεσα στη βλακεία και τη ματαιοδοξία υπάρχει όμως από παλιά μια στενή σχέση και ίσως αυτή να μας δίνει μια ένδειξη. Ένας βλάκας φαίνεται συνήθως ματαιόδοξος ήδη επειδή του λείπει η εξυπνάδα να το κρύψει· στην πραγματικότητα όμως δεν χρειάζεται καν αυτό, διότι η συγγένεια βλακείας και ματαιοδοξίας είναι άμεση: ένας ματαιόδοξος δίνει την εντύπωση ότι αποδίδει λιγότερο απ’ όσο θα μπορούσε· μοιάζει με μηχανή που αφήνει τον ατμό της να διαφύγει από κάποιο σημείο που δεν είναι στεγανό. Η παλιά παροιμία »Η βλακεία και η υπερηφάνεια φυτρώνουν στο ίδιο ξύλο« δεν σημαίνει τίποτε άλλο, όπως και η έκφραση ότι η ματαιοδοξία »τυφλώνει«.
Πραγματικά, την προσδοκία μειωμένης απόδοσης συνδέουμε με την έννοια της ματαιοδοξίας, διότι η γερμανική λέξη »eitel« στην κύρια σημασία της λέει σχεδόν το ίδιο με το »μάταιος«. Και αυτή η μείωση της απόδοσης αναμένεται ακόμη κι εκεί όπου υπάρχει στην πραγματικότητα απόδοση: η ματαιοδοξία και το ταλέντο άλλωστε δεν συνδέονται σπάνια· τότε όμως μας δημιουργείται η εντύπωση ότι θα μπορούσαν να επιτευχθούν περισσότερα, αν ο ματαιόδοξος δεν εμπόδιζε ο ίδιος τον εαυτό του. Αυτή η επίμονα προσκολλημένη αντίληψη της μειωμένης απόδοσης θα αποδειχθεί αργότερα και η γενικότερη αντίληψη που έχουμε για τη βλακεία.
Η ματαιόδοξη συμπεριφορά όμως, όπως είναι γνωστό, δεν αποφεύγεται μόνο επειδή μπορεί να είναι βλακώδης, αλλά κυρίως και ως παραβίαση της ευπρέπειας. »Ο αυτοέπαινος βρομάει«, λέει μια επιγραμματική ρήση, και σημαίνει ότι η μεγαλοστομία, το να μιλά κανείς πολύ για τον εαυτό του και να καυχιέται, θεωρείται όχι μόνο άφρονο αλλά και απρεπές.
Αν δεν κάνω λάθος, οι απαιτήσεις της ευπρέπειας που προσβάλλονται έτσι ανήκουν στις ποικίλες επιταγές εγκράτειας και τήρησης απόστασης, που έχουν σκοπό να προφυλάσσουν την αυταρέσκεια, με την προϋπόθεση ότι αυτή δεν είναι μικρότερη στον άλλον απ’ ό,τι σε εμάς τους ίδιους. Τέτοιες επιταγές απόστασης στρέφονται επίσης εναντίον της χρήσης υπερβολικά απροκάλυπτων λέξεων, ρυθμίζουν τον χαιρετισμό και την προσφώνηση, δεν επιτρέπουν να αντιλέγουμε ο ένας στον άλλον χωρίς συγγνώμη ή να αρχίζει μια επιστολή με τη λέξη Εγώ· με δυο λόγια, απαιτούν την τήρηση ορισμένων κανόνων, μόνο και μόνο για να μην »πλησιάζει υπερβολικά« ο ένας τον άλλον. Καθήκον τους είναι να εξισορροπούν και να εξομαλύνουν τις σχέσεις, να διευκολύνουν την αγάπη προς τον πλησίον και προς τον εαυτό και κατά κάποιον τρόπο να διατηρούν μια μέση θερμοκρασία της ανθρώπινης συναναστροφής· και τέτοιες διατάξεις υπάρχουν σε κάθε κοινωνία, στην πρωτόγονη μάλιστα ακόμη περισσότερες απ’ ό,τι στην άκρως πολιτισμένη, ναι, τις γνωρίζει ακόμη και η άλαλη κοινωνία των ζώων, όπως μπορεί εύκολα να διαβαστεί σε πολλές από τις τελετουργίες της.
Σύμφωνα όμως με αυτές τις επιταγές απόστασης απαγορεύεται να επαινεί κανείς φορτικά όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τους άλλους.
Το να πεις σε κάποιον κατά πρόσωπο ότι είναι ιδιοφυΐα ή άγιος θα ήταν σχεδόν τόσο τερατώδες όσο να το ισχυριστείς για τον εαυτό σου, και το να μουτζουρώσεις το ίδιο σου το πρόσωπο και να τραβήξεις τα μαλλιά σου δεν θα ήταν, σύμφωνα με το σημερινό αίσθημα, καλύτερο από το να βρίσεις κάποιον άλλον. Αρκούμαστε στις παρατηρήσεις ότι δεν είμαστε ακριβώς πιο ανόητοι ή χειρότεροι από τους άλλους, όπως άλλωστε αναφέρθηκε ήδη παραπάνω!
Προφανώς είναι οι άμετρες και απείθαρχες εκδηλώσεις εκείνες πάνω στις οποίες πέφτει η απαγόρευση σε συνθήκες τάξης.
Κι επειδή προηγουμένως έγινε λόγος για τη ματαιοδοξία, με την οποία λαοί και κόμματα υπεραίρονται σήμερα ως προς τον διαφωτισμό τους, πρέπει τώρα να συμπληρωθεί ότι η πλειονότητα που αφήνεται ελεύθερη – ακριβώς όπως ο μεμονωμένος μεγαλομανής στις ονειροπολήσεις του – όχι μόνο έχει το μονοπώλιο της σοφίας, αλλά και της αρετής και θεωρεί τον εαυτό της γενναίο, ευγενή, ανίκητο, ευσεβή και ωραίο· και ότι υπάρχει στον κόσμο ιδιαίτερη τάση οι άνθρωποι, όταν εμφανίζονται σε μεγάλους αριθμούς, να επιτρέπουν στον εαυτό τους όλα όσα τους απαγορεύονται ατομικά.
Αυτά τα προνόμια του διογκωμένου Εμείς δίνουν σήμερα ακριβώς την εντύπωση ότι ο αυξανόμενος εκπολιτισμός και η εξημέρωση του ατόμου πρόκειται να αντισταθμιστούν από έναν ανάλογα αυξανόμενο αποπολιτισμό των εθνών, των κρατών και των ενώσεων πεποιθήσεων· και προφανώς εμφανίζεται εδώ μια διαταραχή του θυμικού, μια διαταραχή της συναισθηματικής ισορροπίας, η οποία κατά βάθος προηγείται της αντίθεσης Εγώ και Εμείς, καθώς και κάθε ηθικής αξιολόγησης. Αλλά είναι αυτό – θα πρέπει μάλλον να ρωτήσουμε – ακόμη βλακεία, και μάλιστα συνδέεται με τη βλακεία έστω και κατά κάποιον τρόπο;
Αξιότιμοι ακροατές! Κανείς δεν αμφιβάλλει γι’ αυτό!
Ας πάρουμε όμως καλύτερα μια ανάσα πριν από την απάντηση με ένα παράδειγμα που δεν είναι αντιπαθητικό! Όλοι μας, αν και κυρίως εμείς οι άνδρες, και ιδιαίτερα όλοι οι γνωστοί συγγραφείς, γνωρίζουμε την κυρία που θέλει οπωσδήποτε να μας εμπιστευτεί το μυθιστόρημα της ζωής της και της οποίας η ψυχή βρισκόταν προφανώς πάντοτε σε ενδιαφέρουσα κατάσταση, χωρίς όμως να έχει φτάσει σε μια επιτυχία, την οποία μάλλον περιμένει πρώτα από εμάς.
Είναι βλάκας αυτή η κυρία; Κάτι που έρχεται από το πλήθος των εντυπώσεων συνήθως μας ψιθυρίζει: Είναι! Αλλά η ευγένεια, όπως και η δικαιοσύνη, απαιτούν να παραδεχτούμε ότι δεν είναι απολύτως και πάντοτε.
Μιλά πολύ για τον εαυτό της και μιλά γενικά πολύ.
Κρίνει πολύ κατηγορηματικά και για τα πάντα.
Είναι ματαιόδοξη και αδιάκριτη.
Συχνά μας δασκαλεύει.
Η ερωτική της ζωή συνήθως δεν είναι τακτοποιημένη, και γενικά η ζωή δεν της πηγαίνει και τόσο καλά.
Αλλά δεν υπάρχουν άλλοι τύποι ανθρώπων στους οποίους ισχύουν επίσης όλα ή τα περισσότερα από αυτά;
Το να μιλά κανείς πολύ για τον εαυτό του είναι, για παράδειγμα, και κακή συνήθεια των εγωιστών, των ανήσυχων ανθρώπων και ακόμη κι ενός είδους μελαγχολικών.
Και όλα μαζί ισχύουν κυρίως για τη νεότητα· σ’ αυτήν ανήκει μάλιστα στα ίδια τα φαινόμενα της ανάπτυξης το να μιλά πολύ για τον εαυτό της, να είναι ματαιόδοξη, διδακτική και να μην τα έχει βρει καλά με τη ζωή, με μια λέξη να παρουσιάζει ακριβώς τις ίδιες αποκλίσεις από την εξυπνάδα και την ευπρέπεια, χωρίς γι’ αυτό να είναι βλάκας ή πιο ανόητη απ’ όσο επιβάλλει φυσικά το ότι – απλώς δεν έχει γίνει ακόμη έξυπνη!
Κυρίες και κύριοι! Οι κρίσεις της καθημερινής ζωής και της ανθρωπογνωσίας της συνήθως πετυχαίνουν βέβαια τον στόχο, αλλά συνήθως και αστοχούν παράλληλα. Δεν δημιουργήθηκαν χάριν μιας ορθής διδασκαλίας, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν μόνο πνευματικές κινήσεις συγκατάθεσης και άμυνας. Κι αυτό το παράδειγμα λοιπόν διδάσκει μόνο ότι κάτι μπορεί να είναι βλακώδες, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να είναι, ότι η σημασία αλλάζει ανάλογα με τη σύνδεση μέσα στην οποία εμφανίζεται κάτι και ότι η βλακεία είναι σφιχτά υφασμένη με άλλα πράγματα, χωρίς να εξέχει πουθενά η κλωστή που θα επέτρεπε να ξηλωθεί το ύφασμα με ένα τράβηγμα.
Ακόμη και η ιδιοφυΐα και η βλακεία συνδέονται αδιάλυτα, και η απαγόρευση – με την απειλή της ποινής να θεωρηθεί κανείς βλάκας – να μιλά πολύ και να μιλά πολύ για τον εαυτό του παρακάμπτεται από την ανθρωπότητα με έναν ιδιόμορφο τρόπο: μέσω του ποιητή.
Αυτός επιτρέπεται, στο όνομα της ανθρωπιάς, να αφηγείται ότι του άρεσε το φαγητό ή ότι ο ήλιος βρίσκεται στον ουρανό, επιτρέπεται να αποκαλύπτει τον εαυτό του, να ξεφουρνίζει μυστικά, να εξομολογείται, να δίνει απερίσκεπτα προσωπικό απολογισμό (τουλάχιστον πολλοί ποιητές επιμένουν σ’ αυτό!)· και όλα αυτά φαίνονται ακριβώς σαν η ανθρωπότητα να επιτρέπει εδώ, κατ’ εξαίρεση, στον εαυτό της κάτι που διαφορετικά θα του απαγόρευε. Με αυτόν τον τρόπο μιλά ακατάπαυστα για τον εαυτό της και, με τη βοήθεια του ποιητή, έχει αφηγηθεί τις ίδιες ιστορίες και εμπειρίες εκατομμύρια φορές, αλλάζοντας μόνο τις περιστάσεις, χωρίς να έχει προκύψει γι’ αυτήν καμιά πρόοδος ή αύξηση νοήματος: δεν θα έπρεπε άραγε στο τέλος να είναι ύποπτη για βλακεία και ως προς τη χρήση που κάνει στην ποίησή της και την προσαρμογή της σε αυτή τη χρήση; Εγώ προσωπικά δεν το θεωρώ διόλου αδύνατο!
Ανάμεσα στα πεδία εφαρμογής της βλακείας και της ανηθικότητας – η τελευταία λέξη νοημένη με την ευρύτερη έννοια που δεν συνηθίζεται σήμερα και σημαίνει σχεδόν το ίδιο με έλλειψη πνεύματος, όχι όμως με έλλειψη κατανόησης – υπάρχει μια περίπλοκη ταυτότητα και διαφορά. Και αυτή η συνάφεια είναι χωρίς αμφιβολία παρόμοια με εκείνη που εξέφρασε ο Joh. Ed. Erdmann σε ένα σημαντικό σημείο της προαναφερθείσας διάλεξής του με τα λόγια ότι η ωμότητα είναι »η πρακτική της βλακείας«. Είπε: »Οι λέξεις δεν είναι... η μοναδική εκδήλωση μιας ψυχικής κατάστασης. Η ίδια εκδηλώνεται και σε πράξεις. Το ίδιο και η βλακεία. Το να μην είναι κανείς μόνο βλάκας, αλλά να ενεργεί ως βλάκας, να διαπράττει βλακείες« – δηλαδή η πρακτική της βλακείας – »ή τη βλακεία in Action την αποκαλούμε ωμότητα.« Αυτός ο γοητευτικός ισχυρισμός δεν μας διδάσκει τίποτε λιγότερο από το ότι η βλακεία είναι ένα ελάττωμα του συναισθήματος – διότι η ωμότητα είναι ασφαλώς τέτοιο! Κι αυτό οδηγεί ευθέως πίσω προς εκείνη τη »διαταραχή του θυμικού« και τη »διαταραχή της συναισθηματικής ισορροπίας« που μπόρεσαν ήδη να αναφερθούν υπαινικτικά χωρίς να έχουν βρει εξήγηση.
Ούτε όμως η εξήγηση που περιέχεται στα λόγια του Erdmann μπορεί να συμφωνεί εντελώς με την αλήθεια· διότι, πέρα από το ότι στόχευε μόνο στον άξεστο, ακαλλιέργητο μεμονωμένο άνθρωπο σε αντίθεση προς τη »μόρφωση« και δεν περιλαμβάνει καθόλου όλες τις μορφές εφαρμογής της βλακείας, ούτε η ωμότητα είναι μόνο βλακεία ούτε η βλακεία μόνο ωμότητα. Έτσι απομένουν ακόμη πολλά να εξηγηθούν για τη σχέση θυμικού και νοημοσύνης όταν ενώνονται σε »εφαρμοσμένη βλακεία«, και πρέπει πρώτα να αναδειχθούν, κατά προτίμηση πάλι μέσα από παραδείγματα.
*
Για να αναδειχθούν σωστά τα περιγράμματα της έννοιας της βλακείας, είναι πριν από όλα αναγκαίο να αμβλυνθεί η κρίση ότι η βλακεία είναι αποκλειστικά ή κυρίως έλλειψη νόησης· όπως ήδη αναφέρθηκε, η γενικότερη αντίληψη που έχουμε γι’ αυτήν φαίνεται να είναι η αποτυχία στις πιο διαφορετικές δραστηριότητες, η σωματική και πνευματική ανεπάρκεια εν γένει.
Στις τοπικές μας διαλέκτους υπάρχει ένα εκφραστικό παράδειγμα γι’ αυτό: ο χαρακτηρισμός της βαρηκοΐας, δηλαδή ενός σωματικού ελαττώματος, με τη λέξη »derisch« ή »terisch«, που πιθανότατα σημαίνει »törisch«, δηλαδή ανόητος, και έτσι βρίσκεται κοντά στη βλακεία. Γιατί ακριβώς όπως εδώ, η μομφή της βλακείας χρησιμοποιείται λαϊκά και αλλού.
Όταν ένας αθλητής χαλαρώνει ή κάνει ένα λάθος στην αποφασιστική στιγμή, λέει κατόπιν: »Ήμουν σαν καρφωμένος!« ή: »Δεν ξέρω πού είχα το μυαλό μου!«, μολονότι η συμμετοχή του κεφαλιού στην κολύμβηση ή στην πυγμαχία μπορεί πάντως να θεωρηθεί ασαφώς οριοθετημένη. Ομοίως, ανάμεσα στα αγόρια και στους αθλητικούς συντρόφους, όποιος φέρεται αδέξια θα αποκληθεί βλάκας, ακόμη κι αν είναι ένας Χαίλντερλιν. Υπάρχουν επίσης επαγγελματικές σχέσεις μέσα στις οποίες ένας άνθρωπος που δεν είναι πανούργος και ασυνείδητος θεωρείται βλάκας. Συνολικά, αυτές είναι οι βλακείες που αντιστοιχούν σε παλαιότερα είδη εξυπνάδας από εκείνο που σήμερα απολαμβάνει δημόσια εκτίμηση· κι αν είμαι καλά πληροφορημένος, στην αρχαία γερμανική εποχή όχι μόνο οι ηθικές αντιλήψεις, αλλά και οι έννοιες του ειδήμονα, του έμπειρου, του σοφού, δηλαδή οι διανοητικές έννοιες, συνδέονταν με τον πόλεμο και τη μάχη.
Έτσι κάθε εξυπνάδα έχει τη βλακεία της, και ακόμη και η ζωοψυχολογία διαπίστωσε στις δοκιμασίες νοημοσύνης της ότι σε κάθε »τύπο επίδοσης« μπορεί να αντιστοιχηθεί ένας »τύπος βλακείας«.
Αν λοιπόν θέλαμε να αναζητήσουμε μια γενικότατη έννοια της εξυπνάδας, από αυτές τις συγκρίσεις θα προέκυπτε περίπου η έννοια της ικανότητας, και καθετί ανίκανο θα μπορούσε τότε περιστασιακά να αποκαλείται και βλακώδες· στην πραγματικότητα έτσι συμβαίνει ακόμη κι όταν η ικανότητα που αντιστοιχεί σε μια βλακεία δεν αποκαλείται κατά λέξη εξυπνάδα. Ποια ικανότητα βρίσκεται κάθε φορά στο προσκήνιο και γεμίζει σε μια εποχή με το περιεχόμενό της την έννοια της εξυπνάδας και της βλακείας εξαρτάται από τη μορφή της ζωής.
Σε εποχές προσωπικής ανασφάλειας, η πανουργία, η βία, η οξύτητα των αισθήσεων και η σωματική επιδεξιότητα θα διαμορφώνουν την έννοια της εξυπνάδας· σε εποχές μιας πνευματοποιημένης – με τις δυστυχώς απαραίτητες επιφυλάξεις μπορεί να πει κανείς και αστικής – στάσης ζωής, τη θέση τους παίρνει η διανοητική εργασία. Ακριβέστερα, θα έπρεπε να την πάρει η ανώτερη πνευματική εργασία, αλλά στην πορεία των πραγμάτων προέκυψε από αυτό η υπεροχή της απόδοσης της νόησης, γραμμένη στο κενό πρόσωπο της πολυάσχολης ανθρωπότητας κάτω από το σκληρό μέτωπο· κι έτσι έφτασαν τα πράγματα ώστε σήμερα η εξυπνάδα και η βλακεία, σαν να μην μπορούσε να είναι αλλιώς, να αναφέρονται αποκλειστικά στη νόηση και στους βαθμούς της ικανότητάς της, αν και αυτό είναι λίγο πολύ μονόπλευρο.
Η γενική αντίληψη της ανικανότητας που συνδέεται από την αρχή με τη λέξη βλάκας – τόσο με την έννοια της ανικανότητας για τα πάντα όσο και με την έννοια οποιασδήποτε ιδιαίτερης ανικανότητας – έχει και μια αρκετά εντυπωσιακή συνέπεια: επειδή σημαίνουν τη γενική ανικανότητα, το »βλάκας« και η »βλακεία« μπορούν περιστασιακά να αντικαταστήσουν κάθε λέξη που θα έπρεπε να δηλώνει κάποια ειδική ανικανότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η αμοιβαία κατηγορία της βλακείας είναι σήμερα τόσο τερατωδώς διαδεδομένη. (Σε άλλη συνάφεια, είναι επίσης η αιτία για την οποία η έννοια οριοθετείται τόσο δύσκολα, όπως έδειξαν τα παραδείγματά μας.) Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις σημειώσεις που βρίσκονται στα περιθώρια απαιτητικότερων μυθιστορημάτων, τα οποία κυκλοφόρησαν για μεγάλο διάστημα στη σχεδόν ανώνυμη κίνηση των δανειστικών βιβλιοθηκών· εδώ, όπου ο αναγνώστης είναι μόνος με τον ποιητή, η κρίση του εκφράζεται κατά προτίμηση με τη λέξη »βλακεία!« ή με τα ισοδύναμά της, όπως »ηλίθιο!«, »ανοησία!«, »ανείπωτη βλακεία!« και τα παρόμοια.
Και παρομοίως αυτές είναι οι πρώτες λέξεις της αγανάκτησης όταν ο άνθρωπος, σε θεατρικές παραστάσεις ή εκθέσεις ζωγραφικής, εμφανίζεται ως μάζα εναντίον του καλλιτέχνη και σκανδαλίζεται.
Θα έπρεπε εδώ να μνημονευτεί και η λέξη »κιτς«, η οποία ως πρώτη κρίση ανάμεσα στους ίδιους τους καλλιτέχνες είναι δημοφιλέστερη από κάθε άλλη· χωρίς όμως, τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζω, να μπορεί να προσδιοριστεί η έννοιά της και να εξηγηθεί η εφαρμογή της παρά μόνο μέσω του ρήματος »verkitschen«, που στη διαλεκτική χρήση σημαίνει περίπου »δίνω κάτω από την τιμή« ή »ξεπουλώ«. Το »κιτς« έχει λοιπόν τη σημασία του υπερβολικά φθηνού ή ξεπουλημένου εμπορεύματος και νομίζω πως αυτό το νόημα, μεταφερμένο φυσικά στο πνευματικό πεδίο, μπορεί να τεθεί ως βάση κάθε φορά που η λέξη χρησιμοποιείται ασυνείδητα σωστά.
Επειδή το ξεπουλημένο εμπόρευμα και η πραμάτεια εισέρχονται στη λέξη κυρίως μέσω της συνδεδεμένης μαζί τους σημασίας του ελαττωματικού, ακατάλληλου εμπορεύματος, ενώ η ανικανότητα και η ακαταλληλότητα αποτελούν επίσης τη βάση για τη χρήση της λέξης βλάκας, δεν είναι σχεδόν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι έχουμε την τάση να αποκαλούμε »κάπως βλακώδες« καθετί που δεν μας αρέσει – ιδίως όταν κατά τα άλλα προσποιούμαστε πως το σεβόμαστε ως υψηλό ή καλλιπνευματικό!
Και για τον προσδιορισμό αυτού του »κάπως« είναι σημαντικό ότι η χρήση των εκφράσεων της βλακείας διαποτίζεται βαθιά από μια δεύτερη χρήση, η οποία περιλαμβάνει τις εξίσου ατελείς εκφράσεις για το ποταπό και ηθικά αποκρουστικό. Αυτό επιστρέφει το βλέμμα σε κάτι που του είχε ήδη τραβήξει την προσοχή: στην κοινότητα της μοίρας των εννοιών »βλακώδες« και »απρεπές«. Γιατί όχι μόνο το »κιτς«, η αισθητική έκφραση διανοητικής προέλευσης, αλλά και οι ηθικές λέξεις »σκουπίδι!«, »αηδιαστικό!«, »φρικτό!«, »νοσηρό!«, »θρασύ!« είναι εμβρυακές, ανεξέλικτες κριτικές της τέχνης και κρίσεις για τη ζωή.
Ίσως όμως αυτές οι εκφράσεις να περιέχουν ακόμη μια πνευματική προσπάθεια, μια διαφορά νοήματος, ακόμη κι όταν χρησιμοποιούνται χωρίς διάκριση· τότε ως τελευταίο υποκατάστατο εμφανίζεται γι’ αυτές η πραγματικά ήδη μισοάναρθρη κραυγή »Τι ποταπότητα!«, η οποία αντικαθιστά όλα τα άλλα και μπορεί να μοιραστεί με την κραυγή »Τι βλακεία!« την κυριαρχία του κόσμου. Διότι προφανώς αυτές οι δύο λέξεις μπορούν περιστασιακά να αντικαταστήσουν όλες τις άλλες, επειδή το »βλακώδες« έχει λάβει τη σημασία της γενικής ανικανότητας και το »ποταπό« της γενικής ηθικής παράβασης· κι αν αφουγκραστούμε τι λένε σήμερα οι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον, φαίνεται ότι η αυτοπροσωπογραφία της ανθρωπότητας, όπως δημιουργείται χωρίς επίβλεψη από τις αμοιβαίες ομαδικές φωτογραφίες, είναι αναμεμειγμένη αποκλειστικά από παραλλαγές αυτών των δύο λεκιασμένων λέξεων!
Ίσως αξίζει να το σκεφτούμε. Χωρίς αμφιβολία και οι δύο αντιπροσωπεύουν την κατώτατη βαθμίδα μιας κρίσης που δεν έφτασε σε διαμόρφωση, μιας ακόμη εντελώς αδιάρθρωτης κριτικής, η οποία αισθάνεται βέβαια ότι κάτι είναι λάθος, αλλά δεν μπορεί να δηλώσει τι. Η χρήση αυτών των λέξεων είναι η απλούστερη και χειρότερη αμυντική έκφραση που μπορεί να βρεθεί· είναι η αρχή μιας απάντησης και ήδη το τέλος της. Έχει κάτι από »βραχυκύκλωμα« και γίνεται πιο κατανοητή αν ληφθεί υπόψη ότι το Βλακώδες και το Ποταπό, ό,τι κι αν σημαίνουν, χρησιμοποιούνται επίσης ως βρισιές.
Διότι η σημασία των βρισιών, όπως είναι γνωστό, δεν βρίσκεται τόσο στο περιεχόμενό τους όσο στη χρήση τους· και πολλοί από εμάς μπορεί να αγαπούν τα γαϊδούρια, θα προσβληθούν όμως αν κάποιος τους αποκαλέσει έτσι. Η βρισιά δεν αντιπροσωπεύει αυτό που παριστάνει, αλλά ένα μείγμα παραστάσεων, συναισθημάτων και προθέσεων, το οποίο δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να εκφράσει, παρά μόνο να σηματοδοτήσει. Παρεμπιπτόντως, το μοιράζεται αυτό με τις λέξεις της μόδας και τις ξένες λέξεις, γι’ αυτό και αυτές φαίνονται απαραίτητες, ακόμη κι αν θα μπορούσαν να αντικατασταθούν πλήρως. Γι’ αυτόν τον λόγο υπάρχει στις βρισιές και κάτι αφάνταστα διεγερτικό, που συμφωνεί βέβαια με την πρόθεσή τους, όχι όμως με το περιεχόμενό τους· και ίσως αυτό φαίνεται καθαρότερα στα περιπαικτικά και πειρακτικά λόγια των νέων: ένα παιδί μπορεί να πει »Busch!« ή »Moritz!« και με βάση μυστικές συνδέσεις να κάνει έτσι ένα άλλο να εξαγριωθεί.
Ό,τι μπορεί να λεχθεί έτσι για τις βρισιές, τα πειράγματα, τις λέξεις της μόδας και τις ξένες λέξεις μπορεί να λεχθεί και για τα πνευματώδη, συνθηματικά και ερωτικά λόγια· και το κοινό γνώρισμα όλων αυτών των κατά τα άλλα τόσο ανόμοιων λέξεων είναι ότι υπηρετούν ένα θυμικό και ότι ακριβώς η ανακρίβεια και η έλλειψη αντικειμενικότητάς τους τις καθιστούν ικανές στη χρήση να εκτοπίζουν ολόκληρες περιοχές από πιο εύστοχες, πιο αντικειμενικές και ορθότερες λέξεις. Προφανώς η ζωή αισθάνεται μερικές φορές μια τέτοια ανάγκη και η αξία της πρέπει να της αναγνωριστεί· όμως αυτό που συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναμφίβολα βλακώδες, ακολουθεί τρόπον τινά τους ίδιους δρόμους με τη βλακεία. Αυτή η συνάφεια μπορεί να μελετηθεί καθαρότερα σε ένα κύριο και κρατικό παράδειγμα απώλειας του μυαλού: στον πανικό.
Όταν κάτι επιδρά σε έναν άνθρωπο και είναι υπερβολικά ισχυρό γι’ αυτόν, είτε ένας ξαφνικός τρόμος είτε μια παρατεταμένη ψυχική πίεση, συμβαίνει ο άνθρωπος αυτός να κάνει ξαφνικά »κάτι χωρίς μυαλό«. Μπορεί να αρχίσει να ουρλιάζει, κατά βάθος όχι διαφορετικά από ένα παιδί, μπορεί να φύγει »στα τυφλά« από έναν κίνδυνο ή να ριχτεί εξίσου τυφλά μέσα του· μπορεί να τον καταλάβει μια εκρηκτική τάση προς την καταστροφή, τη βρισιά ή τον θρήνο. Συνολικά, αντί για μια σκόπιμη ενέργεια που θα απαιτούσε η κατάστασή του, θα παραγάγει πλήθος άλλων, οι οποίες φαίνονται πάντοτε, αλλά πάρα πολύ συχνά είναι και πραγματικά άσκοπες, ακόμη και αντίθετες προς τον σκοπό. Γνωρίζουμε καλύτερα αυτό το είδος αντίδρασης από τον »πανικόβλητο τρόμο«· αν όμως η λέξη δεν νοηθεί υπερβολικά στενά, μπορεί να γίνει λόγος και για πανικούς οργής, απληστίας, ακόμη και τρυφερότητας, όπως παντού όπου μια κατάσταση διέγερσης δεν μπορεί να χορτάσει με τρόπο εξίσου ζωηρό όσο τυφλό και παράλογο.
Ότι υπάρχει ένας πανικός της ανδρείας, ο οποίος διαφέρει από εκείνον του φόβου μόνο κατά την αντίστροφη κατεύθυνση της επίδρασης, το έχει από καιρό παρατηρήσει ένας άνδρας εξίσου πνευματώδης όσο και γενναίος.
Από ψυχολογική άποψη, όσα διαδραματίζονται όταν ξεσπά ένας πανικός θεωρούνται διακοπή της νοημοσύνης και γενικά της ανώτερης πνευματικής οργάνωσης, στη θέση της οποίας εμφανίζεται ένας παλαιότερος ψυχικός μηχανισμός· πρέπει όμως να προστεθεί ότι με την παράλυση και την αποκοπή της νόησης σε τέτοιες περιπτώσεις δεν συντελείται τόσο μια καταβύθιση προς την ενστικτώδη δράση, όσο μια κίνηση που περνά μέσα από αυτό το πεδίο έως ένα ένστικτο της έσχατης ανάγκης και μια έσχατη μορφή έκτακτης δράσης. Αυτός ο τρόπος δράσης έχει τη μορφή πλήρους σύγχυσης, είναι χωρίς σχέδιο και μοιάζει εγκαταλειμμένος τόσο από τη λογική όσο και από κάθε σωτήριο ένστικτο· το ασυνείδητο σχέδιό του όμως είναι να αντικαταστήσει την ποιότητα των ενεργειών με τον αριθμό τους, και η όχι ευκαταφρόνητη πανουργία του στηρίζεται στην πιθανότητα ότι ανάμεσα σε εκατό τυφλές και αποτυχημένες απόπειρες θα βρεθεί και μία εύστοχη. Ένας άνθρωπος που έχει χάσει το μυαλό του, ένα έντομο που χτυπά τόσο πολύ στο κλειστό μισό του παραθύρου ώσπου τυχαία να »πέσει« προς τα έξω από το ανοιχτό, μέσα στη σύγχυσή τους δεν κάνουν τίποτε διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει με υπολογισμένη περίσκεψη η πολεμική τεχνική όταν »καλύπτει« έναν στόχο με καταιγισμό πυρών ή με πυρά διασποράς, ή ακόμη κι όταν χρησιμοποιεί θραυσματοβόλο βλήμα ή χειροβομβίδα.
Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει να αντικαθίσταται μια στοχευμένη δράση από μια μαζική· και τίποτε δεν είναι τόσο ανθρώπινο όσο το να αντικαθιστά κανείς την ποιότητα των λέξεων ή των πράξεων με την ποσότητά τους.
Στη χρήση ασαφών λέξεων υπάρχει όμως κάτι πολύ παρόμοιο με τη χρήση πολλών λέξεων, διότι όσο πιο ασαφής είναι μια λέξη, τόσο μεγαλύτερη είναι η έκταση εκείνου στο οποίο μπορεί να αναφερθεί· και το ίδιο ισχύει για την έλλειψη αντικειμενικότητας.
Αν αυτά είναι βλακώδη, τότε μέσω αυτών η βλακεία συγγενεύει με την κατάσταση πανικού, και η υπερβολική χρήση αυτής της μομφής και των ομοίων της δεν θα απέχει υπερβολικά από μια ψυχική απόπειρα σωτηρίας με αρχαϊκές-πρωτόγονες – και, όπως μπορεί μάλλον δικαίως να ειπωθεί, νοσηρές – μεθόδους. Και πράγματι, στην ορθή χρήση της μομφής ότι κάτι είναι αληθινά βλακεία ή ποταπότητα, μπορεί να αναγνωριστεί όχι μόνο μια διακοπή της νοημοσύνης, αλλά και η τυφλή τάση προς παράλογη καταστροφή ή φυγή. Αυτές οι λέξεις δεν είναι απλώς βρισιές, αλλά αντιπροσωπεύουν ένα ολόκληρο ξέσπασμα βρισιών. Εκεί όπου κάτι μπορεί να εκφραστεί πια μόνο μέσω αυτών, η σωματική βία είναι κοντά. Για να επιστρέψουμε σε παραδείγματα που αναφέρθηκαν προηγουμένως, σε τέτοιες περιπτώσεις επιτίθενται σε πίνακες με ομπρέλες (και μάλιστα αντί σε εκείνον που τους ζωγράφισε), βιβλία πετιούνται στο πάτωμα σαν να μπορούσαν έτσι να αποτοξινωθούν. Υπάρχει όμως και η εξουθενωτική πίεση που προηγείται και από την οποία η πράξη υποτίθεται πως απελευθερώνει: κάποιος »σχεδόν πνίγεται« από τον θυμό του· »καμιά λέξη δεν αρκεί«, εκτός ακριβώς από τις γενικότερες και φτωχότερες σε νόημα· »χάνει τη λαλιά του«, πρέπει να »ξεσπάσει«. Αυτός είναι ο βαθμός αφωνίας, ακόμη και απουσίας σκέψης, που προηγείται της έκρηξης! Σημαίνει μια βαριά κατάσταση ανεπάρκειας και τελικά το ξέσπασμα αρχίζει συνήθως με τα βαθύτατα διαφανή λόγια ότι για κάποιον »κάτι έγινε επιτέλους υπερβολικά βλακώδες«. Αυτό το κάτι όμως είναι ο ίδιος. Σε εποχές όπου εκτιμάται πολύ η μεγάλη, δραστική δύναμη της πράξης, είναι ανάγκη να θυμόμαστε και εκείνο που μερικές φορές της μοιάζει σε σημείο σύγχυσης.
*
Κυρίες και κύριοι! Σήμερα γίνεται συχνά λόγος για μια κρίση εμπιστοσύνης στην ανθρωπότητα, μια κρίση της εμπιστοσύνης που μέχρι τώρα εξακολουθούσε να εναποτίθεται στην ανθρωπιά· θα μπορούσε επίσης να αποκληθεί πανικός, ο οποίος ετοιμάζεται να πάρει τη θέση της βεβαιότητας ότι είμαστε ικανοί να διευθύνουμε τις υποθέσεις μας με ελευθερία και λογική. Και δεν επιτρέπεται να αυταπατόμαστε ως προς το ότι αυτές οι δύο ηθικές, αλλά και ηθικοκαλλιτεχνικές έννοιες, η ελευθερία και η λογική, που έφτασαν σε εμάς ως σύμβολα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας από την κλασική εποχή του γερμανικού κοσμοπολιτισμού, ήδη από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα ή λίγο αργότερα δεν ήταν πια απολύτως υγιείς. Βγήκαν βαθμιαία »εκτός κυκλοφορίας«, οι άνθρωποι δεν ήξεραν πια τι να τις »κάνουν«, και το ότι τις άφησαν να συρρικνωθούν ήταν λιγότερο έργο των αντιπάλων τους παρά των φίλων τους.
Δεν επιτρέπεται λοιπόν να αυταπατόμαστε ούτε ως προς το ότι εμείς ή όσοι έρθουν ύστερα από εμάς πιθανότατα δεν θα επιστρέψουμε σε αυτές τις αμετάβλητες αντιλήψεις· καθήκον μας και νόημα των δοκιμασιών που επιβλήθηκαν στο πνεύμα θα είναι μάλλον – και αυτό είναι το τόσο σπάνια κατανοημένο, οδυνηρά ελπιδοφόρο καθήκον κάθε γενιάς – να πραγματοποιήσουμε την πάντοτε αναγκαία, και μάλιστα πολύ επιθυμητή μετάβαση στο νέο με τις μικρότερες δυνατές απώλειες! Και πολύ περισσότερο, επειδή παραμελήθηκε η μετάβαση σε διατηρημένες και συγχρόνως μεταμορφωμένες ιδέες, η οποία έπρεπε να γίνει στον σωστό χρόνο, χρειαζόμαστε σε μια τέτοια πράξη βοηθητικές αντιλήψεις για το αληθινό, το λογικό, το σημαντικό, το έξυπνο, και άρα, ως αντεστραμμένη αντανάκλαση, και για το βλακώδες. Ποια έννοια ή επιμέρους έννοια της βλακείας μπορεί όμως να σχηματιστεί όταν κλονίζεται η έννοια της νόησης και της σοφίας; Ως μικρό παράδειγμα του πόσο πολύ αλλάζουν οι αντιλήψεις με τις εποχές, θα ήθελα απλώς να αναφέρω ότι σε ένα άλλοτε πολύ γνωστό εγχειρίδιο ψυχιατρικής η ερώτηση:
»Τι είναι δικαιοσύνη;«
και η απάντηση σε αυτήν:
»να τιμωρείται ο άλλος!«
παρατίθενται ως περίπτωση ηλιθιότητας, ενώ σήμερα αποτελούν τη βάση μιας πολυσυζητημένης νομικής αντίληψης. Φοβάμαι λοιπόν ότι ακόμη και οι πιο μετριοπαθείς αναπτύξεις δεν θα μπορέσουν να ολοκληρωθούν χωρίς τουλάχιστον να υποδείξουν έναν πυρήνα ανεξάρτητο από τις μεταβολές του χρόνου. Έτσι προκύπτουν μερικά ακόμη ερωτήματα και παρατηρήσεις.
Δεν έχω το δικαίωμα να εμφανίζομαι ως ψυχολόγος και ούτε θέλω να το κάνω, αλλά μια έστω φευγαλέα ματιά σε αυτή την επιστήμη είναι ίσως το πρώτο από το οποίο θα αναμένει κανείς βοήθεια στην περίπτωσή μας. Η παλαιότερη ψυχολογία διέκρινε ανάμεσα στην αίσθηση, τη θέληση, το συναίσθημα και την ικανότητα αναπαράστασης ή τη νοημοσύνη, και γι’ αυτήν ήταν σαφές ότι η βλακεία είναι ένας χαμηλός βαθμός νοημοσύνης. Η σημερινή ψυχολογία όμως απογύμνωσε από τη σημασία της τη στοιχειώδη διάκριση των ψυχικών δυνάμεων, αναγνώρισε την αμοιβαία εξάρτηση και αλληλοδιείσδυση των διάφορων λειτουργιών της ψυχής και – έκανε έτσι πολύ λιγότερο απλή την απάντηση στο ερώτημα τι σημαίνει ψυχολογικά η βλακεία.
Υπάρχει βέβαια και κατά τη σημερινή αντίληψη μια σχετική αυτονομία της διανοητικής επίδοσης, αλλά ακόμη και στις πιο ήρεμες συνθήκες η προσοχή, η αντίληψη, η μνήμη και άλλα, σχεδόν όλα όσα ανήκουν στη νόηση, εξαρτώνται πιθανότατα και από τις ιδιότητες του ψυχισμού· επιπλέον, τόσο στο συγκινημένο όσο και στο πνευματοποιημένο βίωμα προστίθεται μια δεύτερη αλληλοδιείσδυση νοημοσύνης και θυμικού, που είναι σχεδόν αδύνατο να διαχωριστεί. Και αυτή η δυσκολία να διαχωριστούν η νόηση και το συναίσθημα μέσα στην έννοια της νοημοσύνης αντικατοπτρίζεται φυσικά και στην έννοια της βλακείας· όταν, για παράδειγμα, η ιατρική ψυχολογία περιγράφει τη σκέψη ανθρώπων με νοητική αδυναμία με λέξεις όπως φτωχή, ανακριβής, ανίκανη για αφαίρεση, ασαφής, αργή, ευδιάσπαστη, επιφανειακή, μονόπλευρη, άκαμπτη, σχολαστικά περίπλοκη, υπερκινητική, αποδιοργανωμένη, μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί ότι αυτές οι ιδιότητες παραπέμπουν εν μέρει στη νόηση και εν μέρει στο συναίσθημα.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε: η βλακεία και η εξυπνάδα εξαρτώνται τόσο από τη νόηση όσο και από το συναίσθημα· και αν περισσότερο από το ένα ή από το άλλο, αν για παράδειγμα στη νοητική υστέρηση η αδυναμία της νοημοσύνης »βρίσκεται στο προσκήνιο« ή σε κάποιον αξιοσέβαστο ηθικό αυστηρολόγο η παράλυση του συναισθήματος, αυτό μπορεί να αφεθεί στους ειδικούς, ενώ εμείς οι λαϊκοί πρέπει να βοηθήσουμε τον εαυτό μας με κάπως πιο ελεύθερο τρόπο.
Στη ζωή ως βλάκα εννοούμε συνήθως κάποιον που είναι »λιγάκι αδύναμος στο μυαλό«. Υπάρχουν όμως επιπλέον και οι πιο διαφορετικές πνευματικές και ψυχικές αποκλίσεις, από τις οποίες ακόμη και μια άθικτη έμφυτη νοημοσύνη μπορεί να παρεμποδιστεί, να αναχαιτιστεί και να παραπλανηθεί τόσο ώστε το σύνολο να καταλήξει σε κάτι για το οποίο η γλώσσα διαθέτει και πάλι μόνο τη λέξη βλακεία. Η λέξη αυτή περιλαμβάνει λοιπόν δύο κατά βάθος πολύ διαφορετικά είδη: μια τίμια και απλή βλακεία και μια άλλη που, κάπως παράδοξα, είναι ακόμη και σημάδι νοημοσύνης. Η πρώτη στηρίζεται μάλλον σε αδύναμη νόηση, η δεύτερη σε μια νόηση που είναι απλώς υπερβολικά αδύναμη σε σχέση με κάτι, και αυτή η τελευταία είναι μακράν η πιο επικίνδυνη.
Η τίμια βλακεία δυσκολεύεται κάπως να καταλάβει και, όπως λέμε, »αργεί να πάρει μπρος«. Είναι φτωχή σε παραστάσεις και λέξεις και αδέξια στη χρήση τους.
Προτιμά το συνηθισμένο, επειδή με τη συχνή του επανάληψη εντυπώνεται γερά μέσα της, και όταν έχει καταλάβει μια φορά κάτι, δεν είναι διατεθειμένη να επιτρέψει να της το πάρουν τόσο γρήγορα ξανά, να το αναλύσουν ή να το σκαλίσει η ίδια. Έχει γενικά αρκετό από τα κόκκινα μάγουλα της ζωής! Είναι βέβαια συχνά ακαθόριστη στη σκέψη της και οι σκέψεις της εύκολα ακινητοποιούνται εντελώς μπροστά σε νέες εμπειρίες, αλλά γι’ αυτό ακριβώς προτιμά να κρατιέται από ό,τι μπορεί να βιωθεί με τις αισθήσεις και να μετρηθεί τρόπον τινά στα δάχτυλα. Με μια λέξη, είναι η αγαπητή »φωτεινή βλακεία«, και αν μερικές φορές δεν ήταν επίσης τόσο εύπιστη, ασαφής και συνάμα τόσο ανεπίδεκτη μαθήσεως ώστε να μπορεί να φέρει κάποιον σε απόγνωση, θα ήταν ένα εξαιρετικά χαριτωμένο φαινόμενο.
Δεν μπορώ να αντισταθώ στο να στολίσω αυτό το φαινόμενο με μερικά ακόμη παραδείγματα, που το δείχνουν και από άλλες πλευρές και τα οποία πήρα από το εγχειρίδιο ψυχιατρικής του Bleuler: Ένας ηλίθιος εκφράζει αυτό που εμείς θα διεκπεραιώναμε με τη διατύπωση »γιατρός στο κρεβάτι του αρρώστου« με τα λόγια:
»Ένας άνδρας, αυτός κρατά τον άλλον από το χέρι, εκείνος είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ύστερα στέκεται εκεί μια καλόγρια.«
Είναι ο τρόπος έκφρασης ενός πρωτόγονου που ζωγραφίζει!
Μια όχι και τόσο εύστροφη υπηρέτρια θεωρεί κακό αστείο όταν της ζητούν να εμπιστευτεί τις οικονομίες της στο ταμείο, όπου θα αποφέρουν τόκο: Κανείς δεν θα ήταν τόσο βλάκας ώστε να την πληρώνει κιόλας επειδή φυλάει τα χρήματά της! απαντά· και σ’ αυτό εκφράζεται μια ιπποτική στάση, μια σχέση προς το χρήμα που στα νιάτα μου μπορούσε ακόμη κανείς να παρατηρήσει σποραδικά σε επιφανείς ηλικιωμένους ανθρώπους!
Σε έναν τρίτο ηλίθιο, τέλος, καταγράφεται εις βάρος του ως σύμπτωμα το ότι ισχυρίζεται πως ένα κέρμα των δύο μάρκων αξίζει λιγότερο από ένα κέρμα του ενός μάρκου και δύο μισά, επειδή – όπως αιτιολογεί – πρέπει να το χαλάσεις, και τότε παίρνεις πολύ λίγα!
Ελπίζω να μην είμαι ο μόνος ηλίθιος σε αυτή την αίθουσα που συμφωνεί εγκάρδια με αυτή τη θεωρία της αξίας για ανθρώπους που δεν μπορούν να προσέχουν όταν χαλούν χρήματα!
Για να επιστρέψουμε όμως ακόμη μια φορά στη σχέση με την τέχνη: η απλή βλακεία είναι πραγματικά συχνά καλλιτέχνις. Αντί να απαντά σε μια λέξη-ερέθισμα με μια άλλη λέξη, όπως ήταν άλλοτε πολύ συνηθισμένο σε ορισμένα πειράματα, απαντά αμέσως με ολόκληρες προτάσεις· και ό,τι κι αν πει κανείς, αυτές οι προτάσεις έχουν μέσα τους κάτι σαν ποίηση! Επαναλαμβάνω μερικές τέτοιες απαντήσεις, αναφέροντας πρώτα τη λέξη-ερέθισμα:
»Ανάβω: Ο φούρναρης ανάβει τα ξύλα.
Χειμώνας: Αποτελείται από χιόνι.
Πατέρας: Μια φορά με πέταξε κάτω από τις σκάλες.
Γάμος: Χρησιμεύει για διασκέδαση.
Κήπος: Στον κήπο έχει πάντα ωραίο καιρό.
Θρησκεία: Όταν πηγαίνει κανείς στην εκκλησία.
Ποιος ήταν ο Γουλιέλμος Τέλλος: Τον έπαιξαν στο δάσος· ήταν εκεί μεταμφιεσμένες γυναίκες και παιδιά.
Ποιος ήταν ο Πέτρος: Λάλησε τρεις φορές.«
Η αφέλεια και η μεγάλη σωματικότητα τέτοιων απαντήσεων, η αντικατάσταση ανώτερων παραστάσεων από την αφήγηση μιας απλής ιστορίας, η βαρυσήμαντη αφήγηση περιττών πραγμάτων, περιστάσεων και παρελκομένων, και κατόπιν πάλι η συντομευτική συμπύκνωση όπως στο παράδειγμα του Πέτρου, είναι πανάρχαιες πρακτικές της ποίησης· και μολονότι πιστεύω ότι η υπερβολή τους, όπως βρίσκεται σήμερα σε μεγάλη χρήση, φέρνει τον ποιητή κοντά στον ηλίθιο, δεν μπορεί ωστόσο να παραγνωριστεί το ποιητικό στοιχείο στον τελευταίο, και πέφτει έτσι φως στο γεγονός ότι ο ηλίθιος μπορεί να απεικονίζεται στην ποίηση με μια ιδιαίτερη χαρά για το πνεύμα του.
Απέναντι σε αυτή την τίμια βλακεία στέκεται τώρα η απαιτητική ανώτερη βλακεία σε μια αληθινά υπερβολικά συχνά κραυγαλέα αντίθεση. Δεν είναι τόσο έλλειψη νοημοσύνης όσο μάλλον αποτυχία της, επειδή αξιώνει επιδόσεις που δεν της ανήκουν· μπορεί να έχει όλες τις κακές ιδιότητες της αδύναμης νόησης, αλλά επιπλέον έχει και όλες εκείνες που προκαλεί ένας ανισόρροπος, παραμορφωμένος, ασταθώς κινητικός, με δυο λόγια κάθε ψυχισμός που αποκλίνει από την υγεία.
Επειδή δεν υπάρχουν »τυποποιημένοι« ψυχισμοί, σε αυτή την απόκλιση εκφράζεται, ακριβέστερα, μια ανεπαρκής συνεργασία ανάμεσα στις μονομέρειες του συναισθήματος και σε μια νόηση που δεν επαρκεί για να τις χαλιναγωγήσει. Αυτή η ανώτερη βλακεία είναι η πραγματική αρρώστια της μόρφωσης (αλλά για να αποτρέψουμε μια παρεξήγηση: σημαίνει αμορφωσιά, εσφαλμένη μόρφωση, μόρφωση που προέκυψε λανθασμένα, δυσαναλογία ανάμεσα στο υλικό και στη δύναμη της μόρφωσης), και η περιγραφή της είναι σχεδόν ατελείωτο έργο. Φτάνει ως την υψηλότερη πνευματικότητα· διότι αν η γνήσια βλακεία είναι μια σιωπηλή καλλιτέχνις, η ευφυής είναι εκείνο που συμμετέχει στην κινητικότητα της πνευματικής ζωής, προπάντων όμως στην αστάθεια και την ακαρπία της. Ήδη πριν από χρόνια έγραψα γι’ αυτήν: »Δεν υπάρχει απλούστατα καμιά σημαντική σκέψη που η βλακεία να μην ξέρει να εφαρμόσει· είναι κινητική προς όλες τις κατευθύνσεις και μπορεί να φορέσει όλα τα ενδύματα της αλήθειας. Η αλήθεια, αντίθετα, έχει κάθε φορά μόνο ένα ένδυμα και έναν δρόμο και βρίσκεται πάντοτε σε μειονεκτική θέση.«
Η βλακεία για την οποία γίνεται εδώ λόγος δεν είναι ψυχική νόσος, και όμως είναι η πιο επικίνδυνη για τη ζωή νόσος του πνεύματος, επικίνδυνη για την ίδια τη ζωή.
Θα έπρεπε ασφαλώς ο καθένας μας να την καταδιώκει ήδη μέσα του και όχι να την αναγνωρίζει μόνο από τα μεγάλα ιστορικά της ξεσπάσματα.
Αλλά από τι να την αναγνωρίσουμε; Και ποιο ανεξίτηλο στίγμα να της αποτυπώσουμε;! Η ψυχιατρική χρησιμοποιεί σήμερα ως κύριο γνώρισμα των περιπτώσεων που την αφορούν την ανικανότητα να προσανατολιστούν στη ζωή, την αποτυχία απέναντι σε όλα τα καθήκοντα που αυτή θέτει ή ξαφνικά απέναντι σε ένα όπου δεν θα το περίμενε κανείς. Και στην πειραματική ψυχολογία, η οποία ασχολείται κυρίως με τους υγιείς, η βλακεία ορίζεται παρόμοια. »Βλακώδη αποκαλούμε μια συμπεριφορά που δεν επιτελεί μια επίδοση για την οποία δίνονται όλες οι προϋποθέσεις εκτός από τις προσωπικές«, γράφει ένας γνωστός εκπρόσωπος μιας από τις νεότερες σχολές αυτής της επιστήμης. Αυτό το γνώρισμα της ικανότητας αντικειμενικής συμπεριφοράς, δηλαδή της επάρκειας, είναι απολύτως ικανοποιητικό για τις σαφείς »περιπτώσεις« της κλινικής ή του πειραματικού σταθμού πιθήκων· οι ελεύθερα περιφερόμενες »περιπτώσεις« όμως απαιτούν μερικές προσθήκες, επειδή η σωστή ή λανθασμένη »επιτέλεση της επίδοσης« δεν είναι πάντοτε τόσο προφανής σ’ αυτές.
Πρώτον, στην ικανότητα να συμπεριφέρεται κανείς πάντοτε όπως ένας άνθρωπος ικανός για τη ζωή υπό τις δεδομένες συνθήκες βρίσκεται ήδη ολόκληρη η ανώτερη αμφισημία της εξυπνάδας και της βλακείας· διότι η »σύμφωνη με το αντικείμενο«, η »ειδήμων« συμπεριφορά μπορεί να χρησιμοποιεί το πράγμα για προσωπικό όφελος ή να το υπηρετεί, και όποιος κάνει το ένα συνήθως θεωρεί βλάκα εκείνον που κάνει το άλλο. (Ιατρικά όμως βλάκας είναι στην πραγματικότητα μόνο όποιος δεν μπορεί ούτε το ένα ούτε το άλλο.)
Και δεύτερον, δεν μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί ότι μια μη αντικειμενική, ακόμη και άσκοπη συμπεριφορά, μπορεί συχνά να είναι αναγκαία· διότι η αντικειμενικότητα και η απροσωπία, η υποκειμενικότητα και η έλλειψη αντικειμενικότητας συγγενεύουν, και όσο γελοία είναι η ανέμελη υποκειμενικότητα, τόσο αδύνατη για τη ζωή, ακόμη και για τη σκέψη, είναι φυσικά μια εντελώς αντικειμενική συμπεριφορά· η εξισορρόπηση των δύο είναι μάλιστα μία από τις κύριες δυσκολίες του πολιτισμού μας.
Και τέλος θα έπρεπε να αντιταχθεί ακόμη ότι μερικές φορές κανείς δεν συμπεριφέρεται τόσο έξυπνα όσο θα ήταν αναγκαίο, ότι λοιπόν καθένας μας, αν όχι πάντοτε, τουλάχιστον κατά καιρούς είναι βλάκας. Γι’ αυτό πρέπει επίσης να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε αποτυχία και ανικανότητα, περιστασιακή ή λειτουργική και μόνιμη ή ιδιοσυστατική βλακεία, ανάμεσα σε πλάνη και έλλειψη κατανόησης. Αυτό ανήκει στα σημαντικότερα πράγματα, επειδή οι συνθήκες της ζωής σήμερα είναι τέτοιες – τόσο αδιαφανείς, τόσο δύσκολες, τόσο συγκεχυμένες –, ώστε από τις περιστασιακές βλακείες των ατόμων μπορεί εύκολα να προκύψει μια ιδιοσυστατική βλακεία του συνόλου.
Έτσι η παρατήρηση οδηγεί τελικά και έξω από την περιοχή των προσωπικών ιδιοτήτων προς την αντίληψη μιας κοινωνίας επιβαρυμένης με πνευματικά ελαττώματα. Βέβαια, ό,τι συμβαίνει ψυχολογικά και πραγματικά μέσα στο άτομο δεν μπορεί να μεταφερθεί στις κοινωνίες, άρα ούτε οι ψυχικές νόσοι και η βλακεία· σήμερα όμως θα μπορούσε κανείς συχνά να μιλήσει για »κοινωνική μίμηση πνευματικών ελαττωμάτων«· τα παραδείγματα είναι αρκετά φορτικά.
*
Με αυτές τις προσθήκες ξεπεράστηκε φυσικά ξανά η περιοχή της ψυχολογικής εξήγησης. Η ίδια μας διδάσκει ότι μια έξυπνη σκέψη έχει ορισμένες ιδιότητες, όπως διαύγεια, ακρίβεια, πλούτο, ευκαμψία παρά τη σταθερότητα και πολλές άλλες που θα μπορούσαν να απαριθμηθούν· και ότι αυτές οι ιδιότητες είναι εν μέρει έμφυτες, εν μέρει αποκτώνται, πλάι στις γνώσεις που ιδιοποιείται κανείς, και ως ένα είδος δεξιότητας στη σκέψη· άλλωστε μια καλή νόηση και ένα επιδέξιο μυαλό σημαίνουν περίπου το ίδιο. Εδώ δεν υπάρχει τίποτε να ξεπεραστεί εκτός από την αδράνεια και την προδιάθεση, κι αυτό μπορεί να ασκηθεί, και η κωμική λέξη »νοητική γυμναστική« δεν εκφράζει καθόλου άσχημα αυτό που έχει σημασία.
Η »ευφυής« βλακεία, αντίθετα, έχει ως αντίπαλο όχι τόσο τη νόηση όσο μάλλον το πνεύμα, και, αν δεν θέλουμε να εννοούμε μ’ αυτό μονάχα μια χούφτα συναισθημάτων, και τον ψυχισμό. Επειδή οι σκέψεις και τα συναισθήματα κινούνται μαζί, αλλά και επειδή εκφράζεται μέσα τους ο ίδιος άνθρωπος, έννοιες όπως στενότητα, ευρύτητα, κινητικότητα, απλότητα και πίστη μπορούν να εφαρμοστούν τόσο στη σκέψη όσο και στο συναίσθημα· και μολονότι η συνάφεια που προκύπτει από αυτό δεν είναι ακόμη εντελώς σαφής, αρκεί πάντως για να μπορούμε να πούμε ότι στη συγκρότηση της ψυχής ανήκει και η νόηση και ότι τα συναισθήματά μας δεν μένουν ασύνδετα με την εξυπνάδα και τη βλακεία.
Εναντίον αυτής της βλακείας πρέπει να ενεργούμε με παράδειγμα και κριτική.
Η αντίληψη που παρουσιάζεται έτσι αποκλίνει από τη συνηθισμένη γνώμη, η οποία δεν είναι καθόλου λανθασμένη, αλλά εξαιρετικά μονόπλευρη, και σύμφωνα με την οποία ένας βαθύς, γνήσιος ψυχισμός δεν θα χρειαζόταν τη νόηση, αλλά μάλιστα μόνο θα μολυνόταν από αυτήν.
Η αλήθεια είναι ότι σε απλούς ανθρώπους ορισμένες πολύτιμες ιδιότητες, όπως η πίστη, η σταθερότητα, η καθαρότητα του συναισθήματος και παρόμοιες, εμφανίζονται χωρίς πρόσμειξη, αλλά στην πραγματικότητα το κάνουν μόνο επειδή ο ανταγωνισμός των άλλων είναι ασθενής· και μια οριακή περίπτωση αυτού εμφανίστηκε προηγουμένως στην εικόνα της φιλικά συγκατανεύουσας ολιγοφρένειας. Τίποτε δεν απέχει περισσότερο από την πρόθεσή μου από το να θέλω με αυτές τις αναπτύξεις να υποτιμήσω τον καλό, έντιμο ψυχισμό – η απουσία του έχει μάλιστα διόλου ευκαταφρόνητο μερίδιο στην ανώτερη βλακεία! – αλλά ακόμη σημαντικότερο είναι σήμερα να θέσουμε μπροστά του την έννοια του σημαντικού, κάτι που βέβαια αναφέρω πια μόνο με εντελώς ουτοπικό τρόπο.
Το σημαντικό ενώνει την αλήθεια που μπορούμε να αντιληφθούμε μέσα του με τις ιδιότητες του συναισθήματος που έχουν την εμπιστοσύνη μας σε κάτι νέο, σε μια επίγνωση αλλά και σε μια απόφαση, σε μια ανανεωμένη επιμονή, σε κάτι που έχει πνευματικό και ψυχικό περιεχόμενο και »απαιτεί« από εμάς ή από άλλους μια ορισμένη συμπεριφορά· έτσι θα μπορούσε να ειπωθεί. Και το σημαντικότερο σε σχέση με τη βλακεία: το σημαντικό είναι προσιτό στην κριτική τόσο από την πλευρά της νόησης όσο και από την πλευρά του συναισθήματος. Το σημαντικό είναι επίσης η κοινή αντίθεση της βλακείας και της ωμότητας, και η γενική δυσαναλογία μέσα στην οποία σήμερα οι θυμικές παρορμήσεις συνθλίβουν τη λογική αντί να της δίνουν φτερά συγχωνεύεται στην έννοια της σημασίας. Αρκετά γι’ αυτό, ίσως μάλιστα ήδη περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν! Διότι αν έπρεπε να προστεθεί ακόμη κάτι, θα μπορούσε να είναι μονάχα το εξής: με όλα όσα ειπώθηκαν δεν δόθηκε διόλου ένα ασφαλές γνώρισμα αναγνώρισης και διάκρισης του σημαντικού, και μάλλον δεν θα ήταν εύκολο να δοθεί ένα απολύτως επαρκές.
Ακριβώς αυτό όμως μας οδηγεί στο τελευταίο και σημαντικότερο μέσο κατά της βλακείας: στη μετριοφροσύνη.
Μερικές φορές είμαστε όλοι βλάκες· μερικές φορές πρέπει επίσης να ενεργούμε τυφλά ή μισότυφλα, αλλιώς ο κόσμος θα έμενε ακίνητος· και αν κάποιος ήθελε να συναγάγει από τους κινδύνους της βλακείας τον κανόνα: »Να απέχεις από κάθε κρίση και απόφαση σε όλα όσα δεν καταλαβαίνεις αρκετά!«, θα απολιθωνόμασταν! Αλλά αυτή η κατάσταση, για την οποία γίνεται σήμερα τόσος θόρυβος, μοιάζει με μια κατάσταση που μας είναι από καιρό οικεία στο πεδίο της νόησης. Επειδή οι γνώσεις και οι ικανότητές μας είναι ατελείς, πρέπει κατά βάθος σε όλες τις επιστήμες να κρίνουμε πρόωρα· προσπαθούμε όμως και έχουμε μάθει να κρατούμε αυτό το σφάλμα μέσα σε γνωστά όρια και να το διορθώνουμε όταν δίνεται η ευκαιρία, με αποτέλεσμα να επιστρέφει τελικά η ορθότητα στις πράξεις μας.
Στην πραγματικότητα τίποτε δεν αντιτίθεται στο να μεταφερθεί αυτή η ακριβής και υπερήφανα ταπεινή κρίση και δράση και σε άλλα πεδία· και πιστεύω ότι η απόφαση: »Να ενεργείς όσο καλά μπορείς και όσο άσχημα πρέπει, παραμένοντας συγχρόνως ενήμερος για τα όρια του σφάλματος της πράξης σου!« θα ήταν ήδη ο μισός δρόμος προς μια ελπιδοφόρα διαμόρφωση της ζωής.
Με αυτές όμως τις νύξεις έχω φτάσει εδώ και ώρα στο τέλος των αναπτύξεών μου, οι οποίες, όπως προφυλακτικά προανέφερα, πρέπει να σημαίνουν μόνο μια προκαταρκτική μελέτη. Και δηλώνω, με το πόδι πάνω στο σύνορο, ανίκανος να προχωρήσω· διότι ένα βήμα πέρα από το σημείο όπου στεκόμαστε και θα βγαίναμε από την περιοχή της βλακείας, η οποία ακόμη και θεωρητικά παραμένει ποικιλόμορφη, στο βασίλειο της σοφίας, μια έρημη και γενικά αποφευγόμενη περιοχή.
Διάλεξη κατόπιν προσκλήσεως του Αυστριακού Werkbund, που δόθηκε στη Βιέννη στις 11 Μαρτίου και επαναλήφθηκε στις 17 Μαρτίου 1937.
Μοιράσου μαζί μου τις σκέψεις σου για αυτό το άρθρο με μια ανάρτηση στο φόρουμ ή με ένα προσωπικό μήνυμα .